Παρασκευή, 9 Μαΐου 2008

Ο Γιάννης και ο Γιώργος

Ο Γιάννης σηκώνεται κάθε μέρα στις 7 το πρωί. Παραλαμβάνει το ταξί από τον Γιώργο. Μες την τσατίλα σήμερα ο Γιώργος, μόλις βλέπει τον Γιάννη άρχίζει την γκρίνια πως το κωλάμαξο πρέπει να αλλαχτεί, πατινάρει ο συμπλέκτης, καίει αβέρτα λάδι, χτυπάει η κρεμαγιέρα. Τον ακούει σιωπηλός. Τον αφήνει να ολοκληρώσει την πρωινή του παρόλα. Τώρα θα τον μάθει, μια ζωή τον ξέρει...

Χρόνια συνοδοιπόροι, παλιοί φίλοι από το Δημοτικό, νεότεροι στο Λύκειο, αργότερα καμάκια δεκαετίας '80, συνιδιοκτήτες στο ταξί που αγόρασαν με δύο δάνεια - ευτυχώς τα ξεπληρώσανε, και σαν μην έλειπαν όλα αυτά, και μπατζανάκηδες. Όμορφες κοπέλες και οι δυο. Αφού στην αρχή μαλώνανε ποιος θα πάρει πια, για πλάκα. Τελικά, διαλέξανε - Γιάννης την Κατερίνα και ο Γιώργος την Ειρήνη. Ους η ζωή συνέζευξε, άνθρωπος μη χωριζέτω..

Ο Γιάννης μπαίνει στο ταξί σκεπτικός, αφήνει τον καφέ στη θήκη και ανάβει τσιγάρο. Η μυρωδιά όμως δεν κρύβεται. "τον μαλάκα, πάλι έπινε στη βάρδια του;;;". Το ταξί είχε μια αδιόρατη γλύκα από ούζο στον αέρα, και το καινούριο ελατάκι που έβαλε ο Γιώργος πριν του φέρει το ταξί δεν καταφέρνει να την καλύψει - ίσα ίσα που την κάνει πιο πνιγηρή, σαν τη ζωή του Γιώργου. Δεν θα του πει τίποτα, θα του πει μόνο να προσέχει τον εαυτό του, να μην τον βλάπτει.

Οδηγεί σαν υπνωτισμένος στη Μοναστηρίου, κόβει στη Λαγκαδά, μπαίνει Αγίου Δημητρίου, περνάει μπροστά από το μαγαζί που τις γνωρίσανε, τότε πριν από δέκα χρόνια, θυμάται πάλι τα γέλια και τα ατελείωτα βράδια που περάσανε μαζί στα ταβερνάκια της Άνω Πόλης κουτσοπίνοντας μέχρι το πρωί, τα καλύτερά τους χρόνια ήτανε, θυμάται το γάμο του Γιώργου, παντρεύτηκε την Ειρήνη έξι μήνες μετά από αυτόν, θυμάται να του λέει, "κολλητέ, έτσι που τα κάναμε, θα είμαστε για πάντα μαζί, το΄χεις πάρει χαμπάρι;"¨, θυμάται να αγοράζουν το ταξί, το φθηνότερο μεταχειρισμένο που μπόρεσαν να βρουν γιατί η τσέπη δε σήκωνε παραπάνω, θυμάται και τον Γιώργο να του λέει "μπαγάσα την πρόλαβες την Κατερίνα, αλλά δεν πειράζει ρε, η Ειρήνη είναι γαμώ τα παιδιά, φίλοι για πάντα", θυμάται τη μέρα που γύρισε νωρίτερα το βράδυ του για να πάρει κάτι και τον είδε να χουφτώνει τη Κατερίνα, πως πρόλαβε και έκλεισε την πόρτα του σπιτιού χωρίς να τον πάρουνε χαμπάρι, θυμάται τον Γιώργο να αρχίζει το ποτό, τον αγαπάει ρε γαμώτο, είναι αδερφός του, έχει βγει πια στον περιφερειακό, γκαζώνει το ταξί και χτυπά με 180 χιλιόμετρα στις μπαριέρες, καρφώνοντας εκεί το παρελθόν και τις χριστιανικές ρήσεις με τις οποίες μεγάλωσε από παιδί και αφήνοντας το παρόν στο αλκοόλ και τα ένοχα ελατάκια.

6 σχόλια:

nosdino είπε...

ΩΡΑΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

vicky είπε...

pali aisiodoxsa minimata pernas

Μυαλά με Θέα είπε...

Χα χα! Κι όμως Βίκυ, πιστεύω ότι το κειμενάκι έχει κατά βάθος κάτι πολύ αισιόδοξο μες την μαυρίλα του!

kyrmanidis.blogspot.com είπε...

μπραβο γιωργο!

kyrmanidis.blogspot.com είπε...

Δηλαδη το παλικαρι της ιστοριας ζαλιστηκε απο τις αναθυμιασεις του αλκοολ κ τρακαρε? (σου ειπα κ αλλου:ειμαι 1.90 κ ξανθος)

kwlogria είπε...

Άφησα σχόλιο και δεν μπήκε ποτέ! @^&$#@#$!!!!! Θα τα ξαναπώ!

Αυτό που έγραψες, μου άρεσε πολύ!!!!!

Κι όσο για τη φωτό-ταβερνάκι, όταν πας να φας και για μένα ένα καλαμαράκι!!!! Φιλάρες!!!!!! :)))))))))))))))))))))))))))))